Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

ΜΥΡΙΣΕ ΑΝΟΙΞΗ

Σαν να μύρισε Άνοιξη ο αέρας, δεν νομίζεις;
Άνοιξη. Μια λέξη γεμάτη ελπίδα. Μου αρέσει να φαντάζομαι πως ετυμολογείται από το «α» το στερητικό και μια ανορθόγραφη προσαρμογή του «νυξ», είναι δηλαδή η εποχή που δεν έχει νύχτα. Μονάχα πρωινά γεμάτα φως και αρώματα και μεσημέρια όπου ο ήλιος θυμάται να μας θυμίσει ποιός πραγματικά μπορεί να είναι – από φιλολογικής απόψεως κάνω λάθος, το ξέρω. Δεν μου καίγεται καρφί. Έτσι είναι γιατί έτσι μου αρέσει.
   Αυτό είναι και το νόημα της Άνοιξης: έτσι μας αρέσει να είναι και έτσι θα το κάνουμε λοιπόν. Γιατί ο χειμώνας πέρασε και ο καιρός το σηκώνει.
Όταν το κρύο του χειμώνα οπισθοχωρεί σαν σκυλί με την ουρά στα σκέλια, όταν η δύση του ηλίου καθυστερεί ολοένα και περισσότερο, τότε είναι Άνοιξη. Έχεις σταματήσει να το νιώσεις ή είσαι πολύ απασχολημένος να τρέχεις πανικόβλητος στις δουλειές σου; Αυτές θα είναι πάντα εκεί, πίστεψέ με. Δεν ξεπατώνονται ποτέ. Άκουσα στις ειδήσεις χτες το βράδυ πως μόνο ν’ αυξηθούν μπορούν… οπότε τί αγχώνεσαι; Έρχεται η Άνοιξη – και αυτή είναι μόνο μια φορά κάθε χρόνο. Μην την χάσεις…
Έλα να πάμε βόλτα στα αρχαία καλντερίμια. Εκεί θα ακούσουμε την Άνοιξη καλύτερα. Τόσους αιώνες βλέπεις, ακόμα και οι πέτρες ξέρουν τα πάντα γι’ αυτή… κι αν κάτσουμε και αφουγκραστούμε αρκετά προσεκτικά ίσως κρυφακούσουμε τα μυστικά τους.
  Ο χειμώνας πέρασε, το κρύο ψυχομαχεί. Είδα τα λουλούδια να ανθίζουν στην γλάστρα μου και σκέφτηκα να σου κόψω ένα για να βάλεις στα μαλλιά σου. Το λευκό θα ταιριάζει υπέροχα στον καταρράκτη από μέλι που χύνεται και πλαισιώνει το πρόσωπό σου.
   Μου είχες πει πως ήταν δύσκολα τότε που οι νύχτες ήταν ατελείωτες. Νομίζω σε είχα ακούσει να κλαις τα βράδια – αλλά δεν μπορώ να είμαι και σίγουρος γιατί ένα σκυλί αλυχτούσε σπαρακτικά στην αυλή μου και ο θρήνος του έπνιγε όλους τους άλλους ήχους. Τουρτούριζες, έτσι δεν είναι; Ο βοριάς τρυπούσε το πλεχτό σου σάλι και τα λουλούδια στο φόρεμά σου δεν ήταν αρκετά για να κρατήσουν την παγωνιά μακριά – σαν άπιστοι παπάδες μπροστά σε βρυκόλακα τρεμούλιαζαν κι αυτά.
Μην ανησυχείς. Τώρα είμαι εδώ. Δεν είναι τυχαίο που γύρισα τέτοια εποχή. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Συγνώμη που δεν σου έφερα στεφάνι από λουλούδια όπως συνηθίζεται, ή έστω, μια ανθοδέσμη των αγρών. Δεν είμαι συνηθισμένος άνθρωπος βλέπεις και δεν τα συνηθίζω τα συνήθη… σου έφερα όμως ένα μικρό μαχαίρι που ακόνιζα όλο τον χειμώνα εκεί ψηλά στο βουνό. Μ’ αυτό θα κόψουμε μαζί τα λουλούδια που μας αρέσουν από τα χωράφια. Ακόμα κι αν είναι εκείνα τα κίτρινα, τα κοινά, στο ματσάκι που θα φτιάξουμε θα φαντάζουν ξεχωριστά. Σου έφερα και την άδεια μου μποτίλια, αυτή με την θήκη από ψάθα, να μου την γεμίσεις γλυκό κρασί όταν θα έρθει με το καλό ο τρύγος…
Αν φέρεις το καλάθι σου και το Κυριακάτικο, το καρό, τραπεζομάντηλο, θα πάμε για πικ-νικ στην εξοχή. Θα φοράς και το άσπρο σου καπέλο με την ροζ κορδέλα κι ένα φόρεμα αέρινο ως τα γόνατα. Θα φοράς και ένα χαμόγελο που θα ξεχάσεις να βγάλεις…
Κι εγώ θα είμαι με το πιο απλό μου λινό πουκάμισο. Θα μου πεις πως είναι τσαλακωμένο κι εγώ θα σου απαντήσω πως ο χειμώνας φταίει. Θα το φοράω όμως πιο ανοιχτό από ποτέ, ξεκούμπωτο στην καρδιά, για να αφήσω λίγη Άνοιξη να περάσει και εκεί μέσα επιτέλους…
Μάριος Κουτσούκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απόψεις,Σχόλια & Εμπειρίες